Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

Προσοχή σε ότι γυαλίζει.

24 γνώμες
Πλησιάζουν οι γιορτάδες.
Εκτός από τις ετοιμασίες, τα γλυκά, τις μυρωδιές
και τα στολίδια θα μας πιάσει και το φιλανθρωπικό μας.

Εδώ θέλει προσοχή.

Οι περισσότεροι το βλέπουμε σαν καθήκον, σαν κάτι
που γίνεται από συνήθεια, να μας δει και το Θείο βρέφος
να συχωρήσει τα ανομολόγητα μας.

Εδώ θέλει προσοχή.

Όχι στους τηλεμαραθώνιους αγάπης.
Πάλι θα βρεθεί η τραπεζική γραφειοκρατία, να μπλοκάρει
το χαρτζιλίκι,
των παιδιών μας και την προσφορά των καλών προθέσεων μας.
Και μη μου πείτε ότι λέω βλακείες, το παρελθόν τους
αποδείχτηκε ΕΝΟΧΟ.

Οι πρέσβειρες, οι κυρίες των κυρίων με τα δις ευρώ που θα βγούν
στο γυαλί με έτοιμα κειμενάκια , να σας συγκινήσουν
ύποπτες μου μοιάζουν.
Αν θέλουν να προβάλλονται δικό τους θέμα.
Ας ανοίξουν το βαρύ μπεζαχτά τους, ας δώσουν
και ας το βουλώσουν. Δεν θα στερηθούνε και ΤΙΠΟΤΑ!
Δεν γίνονται φιλανθρωπίες με φαμφάρες , σινιέ μοντελάκια
και ένα μικρόφωνο που θα σας καλεί στη συμμετοχή, αγάπης.
Υπάρχει το χαμόγελο του παιδιού.
Τα παιδιά που ζουν στις φυλακές.
Οι παραδιπλανοί στις γειτονιές μας.
Οι μοναχικοί γέροντες.
Τα γηροκομεία.
Τα ορφανοτροφεία.
Μπορούμε και μόνοι μας, μανταμίτσες της σιλικόνης,
του πλούτου, της ανίας!

Πάνω από όλα υπάρχει η ανωνυμία .
Ότι διατυμπανίζεις, χάνει την αξία του.
ΕΣΕΙΣ ΞΕΡΕΤΕ !
Είναι η ταπεινή μου άποψη και αν διαφωνείτε δεκτόν.

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

Η περιπέτεια της ραπτομηχανής!

26 γνώμες

Τούτη δω η ραπτομηχανή, έχει τη δική της ιστορία.
Σήμερα ξεκουράζεται στο σπίτι μου.

Ξεκίνησε από την Τήνο, στην αγκαλιά της Φεβρωνίας.
Ενας σφιχτοδεμένος μπόγος, με τα απαραίτητα και την
αγωνία της για το τι θα βρει στη στράτα της.
Ηταν καλοκαίρι του 1917 και η λιγνή μαυρομάλλα,
με την κοτσίδα να φτάνει στη μέση
και τα χρόνια στα δεκαοχτώ της.
Εφευγε από το νησί και ένα σπίτι, που περίσσευε, η φτώχια.

Είχε μια ξαδέλφη, ψυχοκόρη σ’ ένα σπίτι στον Πειραιά.
Νοίκιασε μια κάμαρα, κοντά της.
Αρχισε το χερούλι να γυρίζει , να τρέχει , να πετάει.
Στόμα με στόμα οι δουλειές αυγάτιζαν.
Τρία χρόνια μετά, νοίκιασε ένα μικρό χώρο που τον βάφτισε
«Ατελιέ Φεβρωνία».
Εκεί στο πίσω μέρος είχε και την κάμαρα της.

Δυο χρόνους μετά , γνώρισε ένα ντελικανή που την άρπαξε
και την σήκωσε στα σύννεφα.
Μετά ένα χρόνο, έμαθε ότι ο έρωτας της, είχε οικογένεια
και δύο παιδιά.
Εκει το ρολόι της καρδιάς της σταμάτησε.

Εγινε η Φεβρωνία, της σκληράδας.
Παντρεύτηκε , έναν άντρα μετά από τρία χρόνια, έναν
καλοκάγαθο άντρα μόνο για να κάνει ένα παιδί.
Ολος ο χαμένος έρωτας, πήρε την θέση του
στον μονάκριβό της.
Οσοι βρέθηκαν κοντά της, πέρασαν δύσκολα.
Το χερούλι γύριζε, ατελείωτα μέτρα ύφασμα,
μεταμορφώνονταν σε κομψά σύνολα.
Οι ταμπέλες μπήκαν. Η στρίγγλα σύζυγος,
η κακούργα πεθερά,
η άσπλαχνη κόρη ….
Αυτά δεν απείχαν από την αλήθεια.
Πέθανε σε βαθειά γεράματα, τυφλή.
Κάθε που την ξεσκονίζω, φαντάζομαι την τολμηρή
μικρή, μες το καΐκι που την έφερνε.

Υ/Γ Αφιερωμένο στη Λούλα που την συχώρησε
για ότι τράβηξε κοντά της σαν νύφη της
και που δεν είναι στη ζωή.
Και ήταν μια θεία που λάτρεψα!!

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009

Κατασκευές με σύρμα.

20 γνώμες





Τα υλικά φτηνά.
Χάντρες , πέτρες θαλασσινές, ρόδια μικρά
σχοινί και ότι η φαντασία σας σκεφτεί.
Το στρογγυλό συρμάτινο, καρούλι είναι
η βάση για να δώσετε το βασικό σχήμα.
Οι ενώσεις δένονται με την κουβαρίστρα
από σύρμα "καλάι" που είναι μαλακό.
Οταν δώσετε το σχήμα που θέλετε αρχίζει
το στόλισμα.
Με την βοήθεια του ηλεκτρικού, πιστολιού
θα κολλήσετε ότι σας αρέσει.
Είναι τόσο εύκολο!
Θέλει λίγη προσοχή στην υγρή κόλα
να μην κάψεται τα χεράκια σας.
Μπορείτε πχ στο τέταρτο σχέδιο
να κρεμάσετε Χριστουγιεννιάτικα
στολίδια.

Υ/Γ Ετσι για να θυμάμαι τις κατασκευές
που μου συντήρησαν το εργαστήριο μου,
που το νοσταλγώ πάντα.



Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

Από δήμαρχος κλητήρας;

19 γνώμες

Περνούσαν τα χρόνια και ο Νίκος ακόμα στη θάλασσα.
Στο μεταξύ είχαν γεννηθεί και τα τρία παιδιά.
Σε ένα ξέμπαρκο, άρχισε το παρακάλιο , να μείνει στη στεριά.
Ηταν που τα παιδιά, τον αναζητούσαν.
Ηταν που και εκείνος, έχανε τις καλύτερες, στιγμές τους.
Ηταν που μου έλειπε, που δεν μπορούσα να μοιραστώ,
το ανάθρεμμα τους.
-Αντε και βγήκα, τι δουλειά να κάνω;
Μόνο να καπετανεύω
ξέρω και με κοίταξε με τα γελαστά μάτια του.
Γάνιασα, αλλά πήρα το πρώτο «να δούμε» .
-Βρε παιδί μου δεν ανοίγουμε ένα σουβλατζίδικο;
Μες τα νιάτα του, ένα ψιλοεγκεφαλικό, θα του ήρθε.
Είχα σταμπάρει η πανούργα, η φάουσα και το μαγαζί.
Πώς το ‘φερα από δω από κει η απόφαση πάρθηκε.
Την επόμενη Κυριακή, ήταν η σειρά μου
για τα γνωστά τραπεζώματα.
Τρωγοπίναμε, άφησε ο Νίκος να κυλήσει το κρασάκι
και τους το ανακοινώνει μια και έξω.

Εγινε το για περάστε και γελάστε!
Η τυροκαυτερή τους βγήκε από τα ρουθούνια,
το σπληνάντερο όπου εύρισκε.
Τα μαχαιροπήρουνα , έπεφταν απ’ τα χέρια
που κατευθύνονταν
στο μέρος της καρδιάς.
Ποιον να πρωτομαζέψουμε;
Σπαραχτική η κραυγή της πεθεράς μου.
-Από δήμαρχος κλητήρας;
Κάτι θα μου ‘ρθει Παρθένα μου.
Η μάνα μου τραβούσε την φούστα μου,
κάτω από το τραπεζομάντιλο.
-Δικά σου καμώματα είναι, θα τους πεθάνεις!!!

Σηκώθηκαν από το τραπέζι και
χυθήκανε στους καναπέδες.
Τα παιδιά τα μεγαλύτερα φωνάζανε:
Γιούπιιιιιιιι.
Θα τρώμε όσα σουβλάκια θέλουμε.
-Σκάστεεεε σε χορωδία Τρικάλων οι έξαλλοι γονιοί.
Εξη περίπου μήνες είχαν να μου μιλήσουν, μόνο τυπικούρες.

Από αυτό το σουβλατζίδικο με το τσουκ-μποξ
που είχε Ζαγοραίο, Πόλυ Πάνου , Μοσχολιού,
ανάστησε και σπούδασε τρία παιδιά.
Όταν τραγουδούσε ο Γαβαλάς «κάθε λιμάνι και καημός»
γιατί μου φαινόταν ότι τα μάτια του ήταν υγρά;;;;

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009

Θα φαρμακωθώ!

20 γνώμες

Όχι δεν θέλω γλυκό. Φαρμάκι θέλω.
Το φαρμάκι το ήθελε σώνει και ντε η Νίνα.
Κρεπαρισμένο μαλλί με το μπεζ-καφέ ταγιεράκι,
ξεκούμπωτο για να μη δραπετεύσουν τα κουμπιά
και βγάλουν μάτι.
Νύχι, χειλάκια ροζ έντονο.
Δεν ξεκουνάει από το σπίτι χωρίς δαχτυλίδια, βραχόλες
κομποσκοίνια και αλυσίδες χρυσές ποτέ.
Ούτε για να έρθει από το διπλανό σπίτι.

Αντιγόνη μου, πάει ξέγραψε την φιλενάδα σου.
Θα με φάει η λεγάμενη, δεν το αντέχω.

Αρχίζει να παίζει,η λαιμαργία, της νύφης.

Και ξέρεις τι άνθρωπος είμαι, ούτε που ανακατεύομαι
γιατί θέλω το παιδί μου να περνάει καλά.
Είπαμε να την πάρει να κάνει οικογένεια, αλλά να μας
γράφει ε, όχι, δεν το θέλει ούτε Θεός ούτε διάβολος
σχώραμε Παρθένα μου.

Παίζουν και τα Θεία.

Τι δεν της κάναμε, τον καλύτερο γάμο, τα δώρα της
Και πάνω από όλα πήρε παιδί διαμάντι.
Και για κομμώτρια πολύ της έπεσε ο οδοντίατρος.

Παίζει και το "ποιά ήσουνα μια παξιμαδοκλέφτρα"

Αλλα περίμενα αλλά τέλος πάντων.
Αμ ο γιος μου; Χωμένος στο βρακί της.

Παίζει και το σεξουαλικό υπονοούμενο.

Εσύ ξέρεις, που ξοδέψαμε τα μαλλιοκέφαλα μας δα!
Και να μη θέλει να τιμήσει τον πεθερό της;
Με τίποτα να ακούσει για το όνομα του αντρούς μου,
που έφτυσε αίμα.

Παίζει και η αιμόπτυση!

Αυτό δεν το δέχομαι με καμιά κυβέρνηση.
Σου ορκίζομαι στα κόκαλα των γονιών μου
δεν θα πατήσω στη βάφτιση. Ακούς να το πούνε Φοίβο!

Σκέψεις :
Δίκιο έχεις το Ευρυσθένης, (Μένης) απείρως καλύτερο.
Για μια κομμώτρια που βγάζει στο χρόνο, όσα ο οδοντίατρος,
ο σπουδαγμένος στη Ρουμανία σε τρία.
Που στεφανώθηκε στα σαράντα του με την λεγάμενη
που τον περίμενε δώδεκα χρόνια.
Λεγάμενες μακριά από σαλταρισμένες Νίνες, που
τον λεβέντη τους τον θέλουν μ…….α


Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

Ροτερναμ- Αμστερναμ '73

5 γνώμες


Σεπτέμβριος του ’73. Πλοίο ΑΝΕΜΟΣ.
Λιμάνι φόρτωσης Ρότερνταμ.
Νωρίς το απόγευμα, πήραμε το τραίνο για Αμστερναμ.
Ηταν αρκετές φορές που πιάναμε αυτό το λιμάνι.
Τριγυρίζαμε με τον Νίκο στους παραμυθένιους δρόμους.
Στα ποταμάκια που διέσχιζαν τους δρόμους
και τους έκοβαν στη μέση....
Τα σπίτια, τα χωρίς παραθυρόφυλλα,, έτσι στολισμένα
Με λουλούδια.
Παντού χρώματα .

Το πρώτο σοκ, στο καφέ που πλησιάσαμε, είδαμε μια αφίσα.
Από την μια μεριά μια γροθιά, που έσταζε αίμα.
Πλάι η μορφή της Μελίνας με τα χέρια σηκωμένα.
Ολοι οι δρόμοι με αφίσες .

Τα νέα στο πλοίο τα μαθαίναμε ζαβά.
Ότι έστελνε ο σταθμός της χώρας μας.

Μιλώντας ο Νίκος με έναν Ολλανδό.
του εξήγησε ότι καλούσαν τους ντόπιους σε διαμαρτυρία,
για την χούντα στην Ελλάδα και να κρατούν κεριά.

Το επόμενο απόγευμα ήρθε η λάντζα να μας βγάλει έξω.
Φεύγαμε…..
Από την τηλεόραση, παρακολουθούσα το πλήθος
που ήρεμο είχε γίνει ποταμός με εκατοντάδες κεριά
και τα φώτα σβηστά.
Το γέλιο της Μελίνας. Και τα χέρια της ψηλά!
Το δάκρυ που κράταγα, γιατί, φοβόταν ο ένας τον άλλον,
Γιατί γινόταν ο ένας ρουφιάνος του άλλου.
Ένα παπόρι μια μικρή κοινωνία με τις αντιπαραθέσεις
τις κακίες, τις τρικλοποδιές, για την εύνοια του αφεντικούλη.
Λυπάμαι που στάθηκα , χέστρα.
Που άφησα το δάκρυ κρυφό.
Που έσφιγγα, τις παλάμες στα χερούλια
της πολυθρόνας , ενώ ήθελα να παλαμοκροτήσω.

Λίγο καιρό μετά είδα και άλλους χέστες, να κρατούν
τα λάβαρα από τηλεοράσεως.
Κάποιους που είχαν πνιγεί στη σκατίλα.
Να αρθρογραφούν οι συμμετέχοντες στο παιχνίδι .
Και ήταν άνθρωποι που στη συνέχεια θαυμάστηκαν
από την καπηλεία της μωροφιλοδοξίας τους.
Και ήταν πολλοί.
Και σιχάθηκα τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα.

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

Τα εργόχειρα μου.

20 γνώμες

Για να φιάξεται ένα στεφάνι φτηνό
που θα μπορείται να αυτοσχεδιάσετε
Ένα κουβάρι σπάγκο από το χρωματοπωλείο.
Γυψοταινία από το φαρμακείο
και ένα ψαλίδι.
Τυλίγεται ένα στρογγυλό στεφάνι,
σε όσο πάχος θέλετε.
Βρέχετε την γυψοταινία και τυλίγετε.
Στεγνώνει γρήγορα.

Το βάφεται με πλαστικό χρώμα
της αρεσκείας σας.
Αν θέλετε, το λουστράρετε.

Με ένα πιστολάκι ηλεκτρικό, για υγρή
κόλα αυτοσχεδιάζετε.
Μπορείτε να φτιάξετε στεφάνια για τις γιορτές.










Δεν σταμάτησα ποτέ να φτιάχνω
δώρα για τις φίλες μου,
από όταν σταμάτησα
την δουλειά μου.


Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009

Ανακαίνηση!

8 γνώμες
Τους είχα, πρήξει τα τζιέρια.
Θέλω μια αλλαγή!
Λίγο βάψιμο, στο σαλόνι,
ένα κάτι τις να το χαίρομαι.
Που να με αντέξουν;
Δεν ξέρω πώς θα σας φανεί!
Οι φωτογραφίες είναι από
τις στιγμές που έζησα με ανθρώπους
που αγάπησα.
Η πυξίδα είναι μέρος, της ζωής μου.
Ενα τραταμέντο παρακαλώ;

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2009

Οι γυναίκες αγάπη.

22 γνώμες

Εχεται ποτέ συναντήσει, ανθρώπους, που τους λες
«αγκαλιά, αγάπη, γλύκα»;
Ειχα την τύχη να έχω δυό θειάδες ,
εξ ‘ αγχιστείας, της μάνα μου.
Η Ζηνοβία αριστερά και η Βγενιώ.
Από οικογένεια φερμένη από την Πόλη.
Παντρεύτηκε , η Βγενιώ τον θείο Χρήστο,
σε μεγαλούτσικη ηλικία , για τότε.
Ο θείος , μάγειρας στο κρουαζιερόπλοιο.
Η Ζηνοβία κόρη ανύπαντρη.
Και έτσι οι δυό έμειναν μαζί ως το τέλος.
Είχαν αγοράσει ένα προσφυγικό σπίτι στην Κοκκινιά.
Η περιοχή ήταν γεμάτη από τα διώροφα μικρά σπιτάκια.
Τούτο δω ήταν σε γωνία, με ένα δέντρο γαζία, να ξεχωρίζει.
Μια ξύλινη απότομη σκάλα σε οδηγούσε στο χαγιάτι.
Ξύλινο μπαλκόνι , φορτωμένο με γλάστρες.
Η πρώτη κάμαρα ήταν καθιστικό, κουζίνα στο βάθος με
ένα νεροχύτι από μωσαικό μπορντό με άσπρες βούλες.
Ένα τετράγωνο, τραπέζι, κολλημένο στον τοίχο και
πιο δίπλα το ψυγείο του πάγου.
Εκεί και το μπαουλοντίβανο που κοιμάταν η Ζηνοβία,
πλάι στον μπεζ μπουφεδάκι που ανάμεσα
στις πλεχτές μπορτούρες που στόλιζαν τα ράφια,
έστεκαν τα γυάλινα βάζα με τα γλυκά του κουταλιού.
Σταφύλι, πορτοκάλι, περγαμόντο, φράπα, φυρίκι με
αμύγδαλο, μελιτζανάκι, βερίκοκο, ντοματάκι!
Στη δίπλα κάμαρα , ήταν το σιδερένιο νυφικό κρεβάτι
κολλημένο στον τοίχο, με την πάντα
με τα αγγελάκια στο πλάι.
Εκει και η καλή τραπεζαρία με το μπορντό βελούδινο
τραπεζομάντιλο μΕ τα κρόσια.
Και ο μπουφές με τα μπιμπελό, που όφειλε να έχει
κάθε σπίτι ναυτικού.
Η Σπανιόλα χορεύτρια, ο βαλσαμωμένος κροκόδειλος,
τα κάδρα με τις Γιαπωνέζικες πεταλούδες,
πίσω από το τζαμκλίκι.
Πιο πολύ με τρέλαιναν τα κλουβιά με τα κανάρια
στο πρώτο δωμάτιο που μπαινόβγαζε ο Χρήστος
και τα λάτρευε.
Το τρανζίστορ, της Ζηνοβίας για να ακούει
το «σπίτι των ανέμων»,«πικρή, μικρή μου αγάπ稻
και «το ημερολόγιο ενός θυρωρού»

Αυτές οι γυναίκες, μη έχοντας δικά τους
παιδιά και συγγενείς,
φρόντισαν με τόση αγάπη,
τα ανίψια του θείου σαν δικά τους .
Τον θείο Γεράσιμο τον είχαν σώσει πολλές φορές,
κυνηγημένο από το καθεστώς.
Δεν υπήρξε γέννα , γάμος, αρρώστια,
που να μην είναι παρούσες .
Μυστικά, που έκρυβαν,
θυμούς που μαλάκωναν.
Ολη η ζωή τους ήταν μια πάστρα, έξω και μέσα!
Η μάνα μου τις λάτρευε.
Και αυτές οι «άκληρες», είχαν παιδιά όλα τα παιδιά
του σογιού.
Λατρεμάνες περισσότερο από κάθε άλλες.

Υ/Γ Σας κούρασα, αλλά τους το χρωστούσα.
Οι γυναίκες ΑΓΑΠΗ.


Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Καληνύχτα Νότα μου.

16 γνώμες

Ωρα δώδεκα παρά κάτι, χτυπά το τηλέφωνο
δίπλα μου.
Αντίδραση, πρώτη:
Χτυπώ με την παλάμη το κούτελο και φωνάζω
«Βαγγελίστρα μου!»
Είναι μια χαρακτηριστική κίνηση, που μου βγαίνει
δεν ξέρω γιατί στις χαρές και στις λύπες.
Τρέχα γύρευε.

Ναιιιιιιι , με την ψυχή σε μετακόμιση.
Η Νότα η αδελφή μου.

-Ελα Αντιγόνη μου, χάνομαι….
Εχει χαθεί τα τελευταία 30 χρόνια ίσα με δεν ξέρω
πόσες φορές.

-Μ’ ακούς, καλέεεεεε; σβήνω σου λέγω.
το παιδί έχει ευημερία σήμερα;
Το παιδί είναι , ο μεγάλος μου, ο ντόκτορ.

-Οχι , σήμερα τελείωσε, άσε να δούμε, πως θα πας
και αν έχεις ανάγκη τον παίρνω.

-Τι μου λες μωρέ, καίγεται το κεφάλι μου, για εγκεφαλικό΄
ντουγρού πάω! Λείπουν και τα παιδιά μου, που όταν
τα χρειάζομαι, δεν βρίσκεις ψυχή.
Οσο μίλαγε, τόσο σιγουρευόμουν, πως ήταν μία από τα ίδια.
Μην τη πάθουμε όμως σαν το λύκο με τα πρόβατα!

-Δε μου λες Νότα μου, κοίταξες την πίεση;

-Καλέ είσαι καλάαα βλέπω νομίζεις, για ακούω ;
σου λέω ζεματάει ο σβέρκος μου.
Τώρα σιγουρεύτηκα. Αυτή έχει το πιεσόμετρο, βραχιόλι.

-Καλά βρε Νότα μου, τα παιδιά που είναι;

-Σάματις ξέρω; Αμα τους ρωτάς, όλο δεν ξέρω
και τα κινητά θεόκλειστα. Μη πάρω σπίτι και ξυπνήσω
τα πουλάκια μου, έχουν αύριο σχολείο!

-Μωρέ ο μικρός της Τούλας τι κάνει; Εχω να τον δω από
τα γενέθλια του.

-Βρε να τον δεις τι σπίρτο είναι, στα μαθήματα,
να παλαβώσεις! Αμ η μικρή, ξετσούμισε , το άτιμο
θηλυκό , άσε να μην στα λέω!

-Νότα μου δεν πάμε για ύπνο γιατί και γω κουρασμένη
είμαι και συ με τόσες δουλειές καταλαβαίνω!

-Ναι βρε Αντιγόνη μου, έχω αύριο και να ανοίξω φύλλο
για τη σπανακόπιτα…Αντε καλό ξημέρωμα….

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009

Φουρκίστηκα.

27 γνώμες

Την πήρα την σύγχυση, χτες.
Πήρα τα κεράσματα μου και πήγα στο ΚΑΠΗ.
Πάνω στα καλωσορίσματα, στις κουβέντες, δε θυμάμαι
πώς φούντωσε, η συζήτηση, γύρω από το ότι εμείς
ως λαός, είμαστε αντιρατσιστές.
Αρχισε η πρώτη ταραχή γιατί τους ήξερα και από
αλλες κουβέντες στο παρελθόν.

Την ίδια ώρα που η Πέρσα μιλούσε με απαξία
για την «Βουλγάρα» που φυλάει την μάνα της.
Η εν λόγω κυρία στην ηλικία μου. Η μάνα στα 87.
-Και για πες Πέρσα που είσαι δυσαρεστημένη;
-Να , τρώει , πίνει και πληρώνεται, μια χαρά τη περνάει!
Ε, ρε και μου ‘ρθε η φούρκα στο τσερβέλο.
-Καλέ τι μας λες; Τη συνείδηση σου πληρώνεις.

Και ποιοι τα λένε;
Εμείς που ζήσαμε, απαπούτσωτοι, πεινασμένοι, που παίρναμε
την ελεημοσύνη από την ΟΥΝΤΡΑ, (Αμερικάνικη-φτου- βοήθεια);
Ο ρατσισμός, άρχισε, απ’ όταν βάλαμε, βρακί στον κώλο.
Και άρχισε από τους ίδιους τους συντοπίτες μας.
Σαν άρχισαν να στέλνουν τα δεκάχρονα κοριτσάκια από
νησιά και χωριά , δούλες τις ονομάτιζαν οι κυράδες.
Ενα δυομισάρι στην Πατησίων, και θέλανε τα μωρά,
τα λιπόσαρκα , να κάνουν τα πάντα. Μέρα , νύχτα.
Δεν μιλάω για τις πιο ματσωμένες.

Και ο Χαραλαμπίκος, έχει μένος, που έφαγε η μούρη του
χώμα στο Βέλγιο, για να φτιαχτεί . Τι λες βρε ζεβζέκη;
Ξεχάσανε που τρώγαμε κρέας Κυριακές και γιορτάδες.
Και μεσοβδόμαδα άντε και πλατάρια
(φτερούγες κοτόπουλου), με μπόλικο ρύζι.
Που μπαλώναμε τα παπούτσια, και τα καλοκαιρινά
τα βάφαμε, σκούρα να ξαχειμωνιάσουμε.
Τα σισίτια στα σχολειά, και το κίτρινο τυρί (Ολλανδίας)
που παίρναμε μια μερίδα έκαστος .
Που έπαιζαν τα αγόρια με τις πάνινες μπάλες ποδόσφαιρο.
Τα κορίτσια με κούκλες που έραβαν οι μανάδες μας.
Που για να ζεσταθούμε ανάβαμε το μαγκάλι.
Που νοικιάζαμε αν περίσσευε καμιά
κάμαρα σε μπεκιάρη να συμπληρώσουμε
στο εισόδημα.
Μη φαντάζεστε ότι όλα αυτά αφορούσαν λίγο πληθυσμό!
Κάπως καλύτερα ζούσαν όσοι είχαν σίγουρη δουλειά.
Τώρα που τέντωσε η κοιλάρα μας πειράζει που κάποιοι
άνθρωποι , φερμένοι στην πατρίδα μας, άρχίζουν
να νοικοκυρεύονται .

Λες και σε όλο τον πλανήτη δεν υπάρχουν
Ελληνες ξενιτεμένοι, που φτιάχτηκαν!

Ολους αυτούς που πετροβολάνε τους χρησιμοποιούν
για να τους λύνουν τα εργασιακά τους.
Αν δεν τους συνέφερε δεν θα το κάνανε.
Αν δεν υπήρχαν Πέρσα, οι ξένες, οι μανάδες έπρεπε
να φροντίζονται από σας ή να πνιγούν στο σκατό.

Πήγα σπίτι φουντωμένη. Ξέρω πως με περνάνε γραφική
αλλά σκασίλα μου.
16 η μεγάλη 10 η μικρή.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

Η Τρούμπα και ..οι παρθένες.

18 γνώμες

Το γυμνάσιο που πήγαινα, ήταν στον Πειραιά.
Ο δρόμος λέγεται Καραίσκου, και είναι ένα στενό
κάτω από τον κεντρικό δρόμο.
Στο πλάι του, ξεκινά ο δρόμος που ενώνει
το λιμάνι με την άλλη θάλασσα στο Πασαλιμάνι.
Η μεγάλη λεωφόρος, κοβόταν στη μέση.
Για να πας στη μεριά του λιμανιού
κατέβαινες σκαλάκια και τσουπ μες την καρδιά,
της Τρούμπας.
Κάποια Σάββατα το μήνα είχαμε εκκλησιασμό.
Κατέβαινε λοιπόν το Β’ θηλαίων σε τριάδες.
Έλα όμως που έπρεπε να κατέβουμε τα σκαλιά,
για να φτάσουμε στον Αϊ Σπυρίδωνα!
Η χαρά της μαθήτριας και η αγωνία της γυμνάστριας.

Το κεφάλι μπροστάααααα!

Το τι λοξά βλέμματα, μέχρι να τσούξουν τα μάτια.
Τα μαγαζιά που τη νύχτα γλεντούσαν οι ανδροπαρέες,
τα σπίτια με τα κορίτσια, τα κόκκινα φωτάκια.
Στις γυάλινες μαρκίζες μισόγυμνα, φωνογραφημένα
κορίτσια, σε μια εποχή που ούτε σε γελοιογραφίες
δεν εύρισκες βυζί σε θέα.
Στρίβαμε δεξιά την Νοταρά .
Δίπατα σπίτια με τις πόρτες ανοιχτές που στα παράθυρα
και στα μπαλκόνια να κρέμονται οι κοπελιές με τις σατέν
ρόμπες, δώρα του στόλου ίσως .
Τις χειμωνιάτικες μέρες η τσατσά καθόταν πλάι
σ’ ‘ένα μαγκάλι , κοντά στην πάντα ανοιχτή εξώπορτα.
Η δουλειά δεν σταματούσε ποτέ.
Μαλί κορακί ή ξανθό με οξυζενέ, μπουκλαριστό.
Μαλάματα παντού ακόμα και στα δόντια, καθώς
μας έβλεπαν να περνάμε έριχναν ένα χαμόγελο
λέγοντας, «καλώς τις παρθένες»!
Αυτές οι γυναίκες, στο νεανικό μου μυαλό
φάνταζαν ανεξάρτητες !
Το γυμνάσιο δεν υπάρχει πια σ’ αυτό το δρόμο.
Χρόνια, πολλά, αργότερα έγινε μικτό
και μεταφέρθηκε ως 6ο ΓΥΜ και Λύκειο Πειραιά

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

Τα τυχερά μου!!!

30 γνώμες

Εχει και η τρίτη ηλικία τα τυχερά της!
Πριν κάμποσους μήνες είχα μια κατάκτηση!
Μη γελάτε σκασμένα, νομίζεται ότι είναι προνόμιο
των νιάτων;
Γελιέστε , παλιόπαιδα. Εχουν και οι χήρες, τις τύχες
τις καλές.
Προσεγγίζει, λοιπόν , άντρας γύρο στα 72 την αφεντιά μου.

Δεν θέλω, χάχανα!

Και αρχίζει τα επιχειρήματα , περί συντροφικότητας,
μοναξιάς και η ζωή δεν περνιέται μόνη της..κλπ.
Οταν ρωτήθηκε ο εν λόγω κύριος για πιο λόγο
μου απάντησε.
Για παρέα, για να κάνουμε ταξίδια, να πηγαίνουμε
σε κάνα ταβερνάκι, σινεμά …
Λυπάμαι, αγαπητέ μου, αλλά όλα αυτά τα κάνω
και μόνη μου.
Και το δίπλωμα οδήγησης ανανέωσα πρόσφατα,
οι έξοδοι δεν μου λείπουν, παρέες έχω και περίσσευμα,
άρα τι μένει;
Να βάλω στην ζωή μου, έναν άγνωστο , που στη
διαδρομή των χρόνων ζήσαμε άλλα πράγματα
και ο καθένας κουβαλάει τα δικά του βιώματα.
Θα έχω και την υποχρέωση να σε φροντίζω
όσο να πεις και να βάλω μπελάδες στο κεφάλι μου.
Αυτό χρυσέ μου είναι το πρόσχημα.
Είμαι πολύ τσαμπουκαλού ,για να ανεχθώ τις
ιδιοτροπίες , τις διαφορετικές απόψεις και πάνω
από όλα , περνώ μια χαρά!
Αυτά για γυναίκες που δεν μπορούν να ζήσουν μόνες τους
γιατί είχαν μάθει να εξαρτώνται .
Την αυτονομία μου δεν την χαρίζω σε κανένα!
Μαγκιά;
Δεν θέλω χάχανα, έχουμε πέραση και οι γιαγιάδες!!

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Μπανιερά μες τον χειμώνα

8 γνώμες

Τέτοιες μέρες, κλαψιάρες, κάνω βόλτες, στα καλοκαίρια
που πέρασαν .
Τούτο δω είναι στα τέλη του ’50.
Στις δόξες του, το Ν. Φάληρο.
Παραλία με κάτασπρη άμμο που την χώριζε ένας δρόμος
από τον σταθμό του ηλεκτρικού.

Παρέες, κατέφθαναν με χραμάκια, και τσάντες
υφασμάτινες καρώ «των ψώνιων», ‘όπως τις λέγαμε.
Κάθε νοικοκυριό, είχε το διχτάκι- τσάντα για τον μπακάλη
και τις τετράγωνες τις μεγαλύτερες.

Απλώναμε όπου βρίσκαμε χώρο, το στρωσίδι, κι ‘ένα
γύρο τα τσαντικά.

Τις καθημερινές ερχόταν ο γυναικείος πληθυσμός, κυρίως.
Μικρά, μάνες, γιαγιάδες και κοπελούδες που έτσι κι αλλιώς
δεν είχαν και την άδεια να ξεπορτίσουν.

Εμείς πηγαίναμε με την μάνα τη γιαγιά τις αδελφάδες μου
και την Αντζελα , μια κοπέλα από τα Τζάντε, που έμενε
στο πλαινό σπίτι.
Τότε ήταν στα είκοσι ,είχε δύο χρόνια που ήρθε
από το νησί και δέθηκε πολύ με την μεγάλη μας.

Πλατσουρίζαμε στα ρηχά . Κόσμος πολύς, στοιβαγμένος
στην παραλία που απλωνόταν ίσα με το ύψος του Μοσχάτου
εκεί που έπεφτε το ποτάμι.
Κοντά δεν είχαμε πάει ποτέ γιατί λέγανε πως τα νερά ,
εκεί ήταν λερά.

Οι τολμηροί έπαιρναν τις σαμπρέλες, από τις ρόδες
των αυτοκινήτων και ξεμάκραιναν.

Οι ηλικιωμένες φορούσαν τις κομπινεζόν ,
λύνανε το κοτσάκι και κουνούσαν τα πόδια
στο νερό για τα αρθριτικά.
Τα πιτσιρίκια παίζανε με την κάτασπρη άμμο.
Οι μεγαλύτερες φορούσαν σατέν και πλεχτά μαγιώ
με φαρδιές μπρατέλες.
Καπέλα ψάθινα στολισμένα στο πλάι με λουλουδάκια,
ή κερασάκια ανάλογα την ηλικία.
Οι γιαγιάδες μαντίλες σφιχτοδεμένες στο πηγούνι.

Σαν τέλειωνε το παπάριασμα στο νερό με την ανακατεμένη άμμο,
άρχιζε το μαρτύριο του σεντονιού.
Δυό κρατούσαν την σεντόνα, για να αλλάξουμε με την σειρά μας
να βάλουμε τα τσίτινα ρομπάκια μας.

Ανοίγανε οι λαδόκολες και άρχιζε το τσιμπούσι, έτσι για να
στανιάρουμε .
Βαθύ μεσημεράκι , ερχόταν η ώρα του παγωτού, λίγο πριν
γυρίσουμε σπίτι μας.
Ξυλάκι κρέμα για τις μεγάλες 1 δρχ, με σοκαλάτα για
την νεολαία 1,5. Αυτά για την πολυτέλεια, από το
κοντινό γαλακτοπωλείο.

Το φθινόπωρο του ’59 η Αντζελα έφυγε για την Αυστραλία,
φορώντας ένα φόρεμα εμπριμέ, τσάρλεστον, και μια
βαλιτσούλα δερμάτινη καφετιά.
Της είχε έρθει η πρόσκληση από τους θειούς της.
Την περίμενε δουλειά και γαμπρός.
Ακόμα και σήμερα που όλα γίνανε άλλα, θυμάμαι
σαν με φέρει το πέρασμα, κατά κει το κόκκινο σατέν,
μεταχειρισμένο μπανιερό της.
Όλα στη ζωή μου είναι δεμένα με ανθρώπους
που με σημάδεψαν .
Τα παλιά, καλά χρόνια που συνήθως λέμε,
αναφέρονται μόνο στην νιότη που το έσκασε.