Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2009

Χριστούγεννα του 1960.

Κάθε χρονιά, τέτοιες μέρες, μαζευόμαστε στο σπίτι μας.
Η οικογένεια από μόνη της , θειάδες ανίψια, γαμπροί
κάναμε καμιά εικοσάδα.

Τώρα πώς είχαν δέσει μεταξύ τους, γαμπροί, νυφάδες,
πεθερικά και συμπεθεριά, ο Μεγαλοδύναμος το ξέρει.
Εκεί που φθάνανε, να σκοτώνονται, για τις συνταγές,
για το ποδόσφαιρο και κυρίως για τα πολιτικά,
εκεί τουμπάρανε την κουβέντα στο παρά πέντε
της σύρραξης.

Σε μια φουριόζικη, φωνακλού, συντρέχτρα, οικογένεια ,
μεγάλωσα. Είμαι τυχερή!

Μέρες πριν λοιπόν άρχιζε η πάστρα.
Τα πατώματα να τριφτούν, τζάμια, πολύφωτα,
στόρια, να σιδερωθούν τα τραπεζομάντιλα, με κόλα "μπέλα".
Να ασβεστώσουμε, να κατεβάσουμε τα σατέν ριχτάρια
των κρεβατιών και να στολίσουμε, το δέντρο.

Πλαστικό, με λιανά κλαράκια, το στερεώναμε σε μια
γωνιά, πάνω σε ένα τραπεζάκι, το γεμίζαμε βαμβάκι
και απαραίτητα έμπαινε η φάτνη.
Στα κλαράκια, ξέναμε λωρίδες βαμβάκι να ¨"χιονίσουμε"
το δέντρο.
Με προσοχή, ξεδιπλώναμε τις μπάλες από τις εφημερίδες
που ήταν τυλιγμένες μη και μας σπάσουν.
Και σπάζαν ,εύκολα οι άτιμες....
Γεμίζαμε καλά το μπροστινό μέρος και το περίσσευμα πίσω.
Για το άστρο της κορφής φωνάζαμε τον πατέρα μας.

Ανήμερα, οι κατσαρόλες βροντοχτυπούσαν από το χάραμα.
Οι μισές γυναίκες πήγαιναν εκκλησία και οι άλλες
ζώνατε τις ποδιές. Μάχη σου λέω.
Για το στρώσιμο, είχαν καταφτάσει από νωρίς
οι συγγένισσες.
Παρατηρούσα τα ρούχα τους τα γιορτινά.
Ψιλά μαλινάκια, ταφταδένια μεσάτα, με φιογκάκια
στη μέση. Το κορσάζ στενό, με φερμουάρ στο πίσω
μέρος και λίγο να κλοσάρει η φούστα.
Εκείνη τη χρονιά, η μάνα μου, είχε πάρει από ένα υπόγειο
στη Σωτήρος στον Πειραιά ένα πολύ ψιλό μάλινο
νήμα και είχε πλέξει δαντελένιο φόρεμα που είχε
ξεσηκώσει από το περιοδικό "ΓΥΝΑΙΚΑ".
Με φόδρα από μέσα, και τα μανίκια να αφήνουν να φανεί
η περίτεχνη πλέξη.

Στη κορφή του τραπεζιού ο παππούς.
Παίρναν θέση οι άντρες κοντά του.
Τα παιδιά σε παραδιπλανό τραπέζι,
ξαναμένοι από το παιχνίδι και να πέφτουν
οι κλωτσοπατινάδες
κάτω από το τραπέζι.

-Γιωργάκη θα σε λιανίσω μέρα που είναι!

Οταν όλα είχαν μπει στις πιατέλες ερχόταν
και η λαμαρίνα με το αρνί και τις πατάτες από τον έξω φούρνο.

-Βρε και σήμερα με τόσα ταψά από τις δικές πήρε ο Τάσσος.
Κάθε χρόνο τα ίδια η γιαγιά.

Σηκωνόταν ο παπούς αφου είχε πιει στη ζούλα τα πρώτα.
Σήκωνε το ποτήρι και έπεφτε σιωπή.
Στεκόταν ανάμεσα στα τραπέζια χάιδευε τα μπόλικα
άσπρα μαλλάκια του και έλεγε.
- Οσα είναι τα μαλλιά της κεφαλής μου χαρές να έχεται
και αν θέλει ο Θεός να σας καμαρώνουμε, μικρούς ,μεγάλους.
Ποτέ δεν μπόρεσε να κρύψει τα δάκρυα του.
Οταν έλεγε "έχε την ευχή μου" νόμιζες ότι έβγαινε
από την ψυχή του σαν να ξεριζωνόταν.

Το φαγοπότι άρχιζε αργά, απολαυστικά.
Οι μικρότεροι έβγαιναν στο δρόμο για παιχνίδι.
Τσουγκρίζανε τα ποτήρια με το κρασί από
την νταμιτζάνα με το πλεχτό χόρτο, στολισμένη.
Και άρχιζε το τραγούδι από '20 και δώθε.
Και όσο πιο δώθε έφτανε η ώρα να θυμηθεί
τον Γεράσιμο που σπάνια ήταν μαζί μας.
Χριστούγεννα στα ξερονήσια , καρφί στη
καρδιά του πατέρα του.

Έφερναν τα γλυκά ενώ ακόμα οι άντρες
είχαν τυράκι για μεζέ και το μήλο
να κολυμπά στο κρασάκι.



Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

Να το εννοείς.

Κάθε στιγμή, που την αφήνουμε να περνά,
έτσι χωρίς να την προσέξουμε γιατί είναι μέσα στη ρουτίνα, την προσπερνάμε.
Τις ευχές που ανταλλάσσουμε, μηχανικά.
Μου φαίνεται πως έτσι έκανα, πως απαξίωνα πολλές φορές και τις διασκεδάσεις, εντάσσοντας τις στο θα το κάνω κι 'αύριο.
Να χαίρεστε κάθε λεπτό. Εχει πολλά να σου δώσει, ίσως κριμένα, ίσως
κάπου ξεχασμένα.
Οταν σου έρθει η χαστούκα, καταλαβαίνεις ότι για όλα αυτά που είχες
δεδομένα, τώρα σε κοροϊδεύουν.
Να προετοιμάσετε τις γιορτές σαν να είναι πρώτη φορά.
Να στρώνεται το γιορτινό τραπέζι χωρίς την κούραση να κυριαρχείσει.

Να είστε καλά .
Να περνάτε καλά.
ΝΑ ΞΕΡΕΤΑΙ ΟΤΙ ΣΑΣ ΑΓΑΠΩ.
Συγκινήθηκα η παλιόγρια!


Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Πορτογύρο.


Ετσι μ'έλεγε η μάνα μου.
Τρύπωνα στα γειτονικά σπίτια και μ' άρεσε
να παρατηρώ τους ανθρώπους.
Μέσα του '50 μέναμε στο σπίτι της γιαγιάς
Παναγιώτας.
Ενα μονώροφο σπιτάκι,στον Πειραιά, λίγο πιο κάτω
από τα Μανιάτικα.
Η εξερεύνηση αυτού του τόπου άρχιζε από την γωνία
του σπιτιού μας και τέλειωνε στον άλλο κάθετο δρόμο.
Ενας κόσμος τεράστιος.
Χωνόμουν στα ξένα σπίτια με την άνεση της ηλικίας
και γιατί οι πόρτες σφάλιζαν τις νύχτες μόνο.
Το κακό για τους δικούς μου ήταν γιατί τρύπωνα
στους απομονωμένους από τους καθωσπρέπει.
Το καλό το δικό μου ήταν ότι γούσταρα ακριβώς αυτούς.
Οτι πιο λούμπεν, μ' άρεσε.
Οπως το σπίτι του Ρουσέτου και της Νέζως.

Αυτός ο ψηλός άντρας έγινε ο ήρωας της παιδικής μου ψυχής
γιατί τον έλεγαν πίσω από την πλάτη του παλιοκουμούνι,
χωρίς να ξέρω καν τι σήμαινε. Το "παλιο.." ίσως
έπαιξε τον ρόλο του.
Τη ζουμπουρλού Νέζω, γιατί την έλεγαν παλιοθεατρίνα
και μπουλουκτζού. Πάλι αυτό το ...παλιο....

Η μαυρομάλα με τα μαλλιά της να ακουμπούν
στους ώμους και τα χρυσά σκουλαρίκια να μπλέκονται
στα ζγουρά της, μου άνοιγε την κάμαρα της.

Μπαούλα που τ'άνοιγε και ξεπηδούσαν τούλια, ταφτάδες,
πλουμιστά φορέματα, καπελίνα, φιόγκους για τα μαλλιά
και τετράδια με τους ρόλους που είχε παίξει.
Κουτιά με κοσμήματα ψεύτικα, με χάντρες σε δεκάδες χρώματα.

Με χτένιζε και μου περνούσε κορδέλες,άνοιγε το ξύλινο
φύλο της ντουλάπας να κοιταχτώ στον καθρέφτη.
Πριν φύγω μου έβαζε στη χούφτα καραμέλες
που μέσα είχαν σουσάμι.

Χωρίς ποτέ να μου το ζητήσει, αυτά ήταν τα μυστικά μας.

Οταν γέρασε η μάνα μου, το έμαθε.

Πολλές φορές πριν το τρίτο κουδούνι,σε θεατρική παράσταση΄
σε θυμάμαι Νέζω.


Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Αναμονή για triplex


Εξω από την πόρτα του καρδιολόγου ο Χρήστος καθισμένος στα γόνατα,
μια και καρέκλα δεν υπήρχε, σημείωνε σε ένα χαρτί.
Αντικριστές η καρέκλα της μάνας του με την δική μου.

Χ: Ξέρεις ότι είμαι από τις εφτά και είναι δέκα κι ακόμα να με πάρει:

Α: Κούνημα της κεφαλής.

Χ; Όχι τίποτα άλλο αλλά έχει δουλειά το παιδί. Σεις έχετε παιδιά:

Α: Εχω.

Χ: Και είσαι μόνη εδώ:

Α: Όχι από ότι βλέπεται είμαστε καμιά πενηνταριά.

Χ; Νοώ για τα παιδιά σας. Πώς και σας αφήκαν μόνη, εγώ φοβάμαι.
Δες τον με κοιτάει με μισό μάτι, δεν θέλει να μιλώ.
Αλλά δόξα το Θεό κλαρίνο στέκουνται!!!!

Α: Κούνημα της κεφαλής και χαμόγελο.

Χ: Πάντως χαράς το κουράγιο σου. Εγώ μόνη μου ποτέ.
Από τους γιούς περιμένω, όχι από τις νιφάδες. Κλαρίνο!

Αρκετά τηλεγραφήματα πήρα, έπρεπε, να στείλω απάντηση!
Σηκώνομαι να περάσω για την εξέταση.

Α: Ξέχασα να σας πω. Τα παιδιά μου είναι στην είσοδο,
ντυμένα κλαρίνα και με περιμένουν. Περαστικά σας!


Υ/Γ Εννιά μέρες με έχουν ζαλώσει στους ορούς.
Υπομονεύω αλλά με έναν όρο.
λαπτοπ εδώ και τώρα.
Και χρώμα κόκκινο παρακαλώ!
Μου είχατε λείψει !!!!

Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Δροσερό νεράκι.

Τούτο δω είναι το ψυγείο πάγου. Ίδιο μ’ αυτό που είχαμε.
Τη φωτογραφία την βρήκε η νύφη μου, από ξέρετε τώρα εσείς
μη μου βάζω δύσκολα.

Μετά τα κρεμαστά φανάρια, γνώρισε δόξες και τιμές.
Αυτό που υπήρχε στην κουζίνα μας, ήταν σκουρόχρωμο.
Το πάνω μέρος άνοιγε και είχε μια σιδερένια μικρή δεξαμενή,
με καπάκι στην πλάτη του.
Εκεί ρίχναμε το νερό με το κανάτι για να παγώνει.
Στο μπροστινό μέρος έμπαινε, ο πάγος τυλιγμένος σε
πετσετένια πανιά.

Κάθε μέρα στις πέντε το απόγευμα, περνούσε ο παγοπώλης.
Στη σειρά οι νοικοκυρές έδιναν παραγκελιά.
Ένα τέταρτο ή μισή κολώνα που έκοβε ο πωλητής,
με ένα σιδερένιο εργαλείο μυτερό.
Τα παιδιά τα καλοκαίρια τρέχανε να βουτήξουν κάποιο κομάτι
που έφευγε από το κόψιμο.

Οι μανάδες ουρλιάζανε.
-Γιωργάκηηηηηη , θα σε σκίσω βρε αν ξαναπάθεις τα λαιμά σου!

Από την πάνω βρυσούλα έτρεχε το νεράκι στα ποτήρια μας.
Το κάτω σημείο ήταν η φύλαξη των φαγώσιμων.
Μη φανταστείτε πως τα αγοράζαμε μπόλικα.
Κάθε μέρα στον μπακάλη. Μη και λιώσει πιο γρήγορα.
Από το κάτω βρυσάκι , μαζεύαμε τα νερά του λιωμένου πάγου.
Τα μπρούτζινα, τα καθαρίζαμε μη ξύδι και αλάτι.
Η μάνα φώναζε κάθε που στέρευε η δεξαμενούλα.
-Βρε γαϊδάρες πάλι άδειο το αφήσατε;

Η κορυφαία στιγμή της αποχώρησης έγινε με το
θεατρικό φινάλε της γιαγιάς.

Την συνήθη, ώρα βγήκε έξω στο πλατύσκαλο
Και με τα χεράκια της περασμένα
κάτω από την ποδιά έδωσε το φινάλε.

-Αντωνάκηηηηη εμείς δεν θέλουμε πάγο,
Πήραμε ελεχτρικό ψυγείο!!

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Προσοχή σε ότι γυαλίζει.

Πλησιάζουν οι γιορτάδες.
Εκτός από τις ετοιμασίες, τα γλυκά, τις μυρωδιές
και τα στολίδια θα μας πιάσει και το φιλανθρωπικό μας.

Εδώ θέλει προσοχή.

Οι περισσότεροι το βλέπουμε σαν καθήκον, σαν κάτι
που γίνεται από συνήθεια, να μας δει και το Θείο βρέφος
να συχωρήσει τα ανομολόγητα μας.

Εδώ θέλει προσοχή.

Όχι στους τηλεμαραθώνιους αγάπης.
Πάλι θα βρεθεί η τραπεζική γραφειοκρατία, να μπλοκάρει
το χαρτζιλίκι,
των παιδιών μας και την προσφορά των καλών προθέσεων μας.
Και μη μου πείτε ότι λέω βλακείες, το παρελθόν τους
αποδείχτηκε ΕΝΟΧΟ.

Οι πρέσβειρες, οι κυρίες των κυρίων με τα δις ευρώ που θα βγούν
στο γυαλί με έτοιμα κειμενάκια , να σας συγκινήσουν
ύποπτες μου μοιάζουν.
Αν θέλουν να προβάλλονται δικό τους θέμα.
Ας ανοίξουν το βαρύ μπεζαχτά τους, ας δώσουν
και ας το βουλώσουν. Δεν θα στερηθούνε και ΤΙΠΟΤΑ!
Δεν γίνονται φιλανθρωπίες με φαμφάρες , σινιέ μοντελάκια
και ένα μικρόφωνο που θα σας καλεί στη συμμετοχή, αγάπης.
Υπάρχει το χαμόγελο του παιδιού.
Τα παιδιά που ζουν στις φυλακές.
Οι παραδιπλανοί στις γειτονιές μας.
Οι μοναχικοί γέροντες.
Τα γηροκομεία.
Τα ορφανοτροφεία.
Μπορούμε και μόνοι μας, μανταμίτσες της σιλικόνης,
του πλούτου, της ανίας!

Πάνω από όλα υπάρχει η ανωνυμία .
Ότι διατυμπανίζεις, χάνει την αξία του.
ΕΣΕΙΣ ΞΕΡΕΤΕ !
Είναι η ταπεινή μου άποψη και αν διαφωνείτε δεκτόν.

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

Οι αδελφές Ρα-Τα-Πλαν.

Ραντεβού στο Σύνταγμα, για ψώνια και καφέ με την μεγάλη μας.
Προσέξτε αμπιγέ κατάσταση!
Η μεγάλη μας η Ντόρα .
Η Νότα, «Αντιγόνη μου σβήνωωωωω».
Και η αφεντια΄μου.
Οι σχέσεις μας αγαπησιάρικες και εκρηκτικές.
Αλλά μπρατσέτα με την Νότα , ανηφορίζαμε στο σημείο
του ραντεβού.
Μας κόβει πατόκορφα η Ντορούλα και απευθύνεται στη «μικρή» χαχα!!
-Αντιγόνη τι χάλια είναι αυτά;
Κοιτάζομαι, μη και φόρεσα δυό λογιών παπούτσια , που το’ χω πάθει βέβαια!
-Είναι αγάπη μου, η ηλικία σου να φοράς ακόμα τζην;;;
Χήρα γυναίκα;
-Τι λες βρε βουρλισμένη ; Χήρα , εξαετίας διαγράφεται ως τίτλος που έτσι
και αλλιώς δεν το γουστάρω , με τίποτα!
Και μπουφανάκι για το κρύο και μποτάκι χαμηλό.
Και ένα ύψος μέτριο έχω και κοκάλο με λέτε .

Η Ντόρα η πρωτοπαντρεμένη, είχε την ευτυχία να νυμφευθεί
τον Σωτήρη .
Ένα απίστευτα καλό άντρα, επιστήμονα που έλαχε να γεννηθεί
σε μια οικογένεια πλουσίων από τα γενοφάσκια τους.
Γοητευτική γυναίκα, την αγάπησαν όσοι την γνωρίζουν.
Εκ των πραγμάτων αναγκάστηκε πριν πενήντα χρόνια
να μπει στον κόσμο του «τέιου» και του στιλιστικού ανταγωνισμού.
Βοήθησε όχι μόνο την οικογένεια αλλά και τα παρακλάδια της.
Μοναδικός καημός, η απουσία παιδιών, κάρβουνο στη ψυχή της.

Αρχίζει το ψάξιμο, στη Βουκουρεστίου και στα πέριξ.
Η Νότα να μου τραβάει το μανίκι και να μου ψιθυρίζει;
-Μη και της πεις ότι η καπαρντίνα μου είναι από τους
Κινέζους και τα βρακιά μου από την λαϊκή, θα σουρωμαδηθούμε!
Το μαρτύριο «ψώνια με την Ντόρα» το έχουμε ζήσει.
Και να οι ρεβεράντζες από τις πωλήτριες και πόσο σας
στρώνει το παλτό, ούτε στα μέτρα σας να ήταν.
Το γλείψιμο είχε κάνει τα κροκό παπούτσια , λουστρίνι!

Τελειώνοντας, το τετράωρο τρέξιμο, είπαμε να πάρουμε
τα καφεδάκια μας. Στέκι της ήταν η Μ.Βρετανία.

Τώρα πώς καταλήξαμε στην Πλάκα να τρώμε, δεν θυμάμαι.
Στο πρώτο ποτήρι κρασί λύθηκε η γλώσσα μας .
Χαχανητά , κουτσομπολιά, αναμνήσεις,!

-Παράθεμα σας έχασα και το κομμωτήριο!
Αντε να σηκώσουμε τις αμπιγέ σακούλες να την χώσουμε
στο ταξί .
Εξω από το μαγαζί μας περνάει στα χέρια από μια.
-Αυτά δικά σας ψωνάρες που θα με κοροϊδέψετε!
-Ένα τζην για την παλαβιάρα και μια καμπαρντίνα για την Νότα.

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Η περιπέτεια της ραπτομηχανής!


Τούτη δω η ραπτομηχανή, έχει τη δική της ιστορία.
Σήμερα ξεκουράζεται στο σπίτι μου.

Ξεκίνησε από την Τήνο, στην αγκαλιά της Φεβρωνίας.
Ενας σφιχτοδεμένος μπόγος, με τα απαραίτητα και την
αγωνία της για το τι θα βρει στη στράτα της.
Ηταν καλοκαίρι του 1917 και η λιγνή μαυρομάλλα,
με την κοτσίδα να φτάνει στη μέση
και τα χρόνια στα δεκαοχτώ της.
Εφευγε από το νησί και ένα σπίτι, που περίσσευε, η φτώχια.

Είχε μια ξαδέλφη, ψυχοκόρη σ’ ένα σπίτι στον Πειραιά.
Νοίκιασε μια κάμαρα, κοντά της.
Αρχισε το χερούλι να γυρίζει , να τρέχει , να πετάει.
Στόμα με στόμα οι δουλειές αυγάτιζαν.
Τρία χρόνια μετά, νοίκιασε ένα μικρό χώρο που τον βάφτισε
«Ατελιέ Φεβρωνία».
Εκεί στο πίσω μέρος είχε και την κάμαρα της.

Δυο χρόνους μετά , γνώρισε ένα ντελικανή που την άρπαξε
και την σήκωσε στα σύννεφα.
Μετά ένα χρόνο, έμαθε ότι ο έρωτας της, είχε οικογένεια
και δύο παιδιά.
Εκει το ρολόι της καρδιάς της σταμάτησε.

Εγινε η Φεβρωνία, της σκληράδας.
Παντρεύτηκε , έναν άντρα μετά από τρία χρόνια, έναν
καλοκάγαθο άντρα μόνο για να κάνει ένα παιδί.
Ολος ο χαμένος έρωτας, πήρε την θέση του
στον μονάκριβό της.
Οσοι βρέθηκαν κοντά της, πέρασαν δύσκολα.
Το χερούλι γύριζε, ατελείωτα μέτρα ύφασμα,
μεταμορφώνονταν σε κομψά σύνολα.
Οι ταμπέλες μπήκαν. Η στρίγγλα σύζυγος,
η κακούργα πεθερά,
η άσπλαχνη κόρη ….
Αυτά δεν απείχαν από την αλήθεια.
Πέθανε σε βαθειά γεράματα, τυφλή.
Κάθε που την ξεσκονίζω, φαντάζομαι την τολμηρή
μικρή, μες το καΐκι που την έφερνε.

Υ/Γ Αφιερωμένο στη Λούλα που την συχώρησε
για ότι τράβηξε κοντά της σαν νύφη της
και που δεν είναι στη ζωή.
Και ήταν μια θεία που λάτρεψα!!

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Κατασκευές με σύρμα.






Τα υλικά φτηνά.
Χάντρες , πέτρες θαλασσινές, ρόδια μικρά
σχοινί και ότι η φαντασία σας σκεφτεί.
Το στρογγυλό συρμάτινο, καρούλι είναι
η βάση για να δώσετε το βασικό σχήμα.
Οι ενώσεις δένονται με την κουβαρίστρα
από σύρμα "καλάι" που είναι μαλακό.
Οταν δώσετε το σχήμα που θέλετε αρχίζει
το στόλισμα.
Με την βοήθεια του ηλεκτρικού, πιστολιού
θα κολλήσετε ότι σας αρέσει.
Είναι τόσο εύκολο!
Θέλει λίγη προσοχή στην υγρή κόλα
να μην κάψεται τα χεράκια σας.
Μπορείτε πχ στο τέταρτο σχέδιο
να κρεμάσετε Χριστουγιεννιάτικα
στολίδια.

Υ/Γ Ετσι για να θυμάμαι τις κατασκευές
που μου συντήρησαν το εργαστήριο μου,
που το νοσταλγώ πάντα.