Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Εκείνος και Εκείνη

5 γνώμες


Μόλις είχε γυρίσει κατάκοπος, από το ταξίδι. Γιόρτασε για λίγο με τους δικούς του και τους φίλους, τη νίκη του και ζήτησε να γυρίσει σπίτι του. Πέρα από τη χαρά του χάλκινου επάθλου, η αγωνία, οι προπονήσεις, τον είχαν τσακίσει. Ακόμα και η χαρά, τον κούρασε.
Μπαίνοντας στο υπνοδωμάτιο κάθισε για λίγο στην άκρη και την κοίταξε. Εβγαλε από την τσάντα το μετάλλιο και της το πέρασε…
Σαν ένα χαμόγελο να διαγράφτηκε, κάτω από το λιγοστό φως του πορτατίφ.
«Λες να με κατάλαβε;» σκέφτηκε χαμογελώντας..
Της μιλούσε και ας ήξερε πως δεν τον ακούει..
«Θυμάσαι που με περίμενες, να γυρίσω  τρεις μήνες από το νοσοκομείο; Το κατάλαβα όταν γδύθηκα πως ανατρίχιασες με το ακρωτηριασμένο χέρι μου. Είχα πολλά νεύρα και δεν ήθελα να βλέπω κανέναν. Η μάνα ερχόταν διακριτικά, χωρίς μιλιά. Την είχε ορμηνεύσει ο γιατρός, πως θα περνούσα την περίοδο της παραδοχής. Οσο ήμουν μέσα έκανα τον σκληρό, έβλεπα τους φίλους και την αδελφή μου, χαμογελούσα και αυτοσαρκαζόμουν. Το λάθος ήταν δικό μου, περνώντας το στοπ, μα κανείς δεν  το συζήτησε ποτέ... Τα μάτια του πατέρα μου ήταν η τραγική εικόνα που δεν καταλάβαινε πως εξέπεμπε, αθέλητα!»
Σηκώθηκε να φέρει νερό.
«Αργότερα.. όταν αποφάσισα ν’ ασχοληθώ με τον στίβο, πάλι μου χαμογέλασες και εσύ ανάπηρη σαν εμένα. Μου φαινόταν πως με καμάρωνες και προσπαθούσα να σου αποδείξω πως δεν τελειώνει η ζωή στο προσπέρασμα..»
Φόρεσε τις παντόφλες του και σηκώθηκε.
Εσπρωξε την καρέκλα της κοντά του..
«Μη θαρρείς πως είναι εύκολο, να συνειδητοποιείς πως μια στιγμή σου αλλάζει τα όνειρα, πίστεψε με πως ακόμα το παλεύω με δικαιολογίες και αυτό το πείσμα να διαγράψω το λάθος μου.»
Τέντωσε το αριστερό του χέρι και χάιδεψε τις χορδές της..

Ο ήχος της αγαπημένης του κιθάρας, που μαζί  είχαν αρχίσει να γνωρίζουν την επιτυχία.. σα να του χαμογέλασε…