Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Aναμονή στη γωνία...

65 γνώμες


Την περίμενε στη γωνία.
Με την αδεξιότητα εκείνου που δεν περίμενε η τύχη να του κλείσει ραντεβού. 
Οι χτύποι της καρδιάς στη διαπασών! Εψαχνε στην τσέπη του στενού σακακιού να βρει το μικρό πακέτο με τα τσιγάρα… Μετρημένα 
«Ως το βράδυ μόνο τρία, να έχω για το πρωί με τον καφέ». Μετρημένα δίφραγκα.. διαβασμένη από δεύτερο χέρι, η εφημερίδα, στο καφενείο «ΑΒΕΡΩΦ» που έκανε τη λάτρα αργά τα βράδια, για συμπλήρωμα στο χαρτζιλίκι του πατέρα του. Η μάνα του έγραφε «γιέ μου σε αρκούν τα λεφτά;» η διαρκής έννοια της. 
Χαμογέλασε… α, ρε μάνα δεν αρκούν καλό είναι να μη ξέρεις… τα δίδακτρα και εκείνο το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων που αν δεν σε λυπόταν ο Κατσαούνης δεν θα είχα πρόσβαση.. αρκούν.
Φοιτητής, φιλόλογος.. με τα παπούτσια στοιχειωμένα τρία χρόνια στα πόδια του, με τις στρώσεις του μαύρου «κάμελ» ..
Διάβασμα στη Δημοτική βιβλιοθήκη.. δεν περίσσευαν για αγορές συγγραμμάτων..
Σημειώσεις γραμμένες στο πόδι , βιαστικά..να προφτάσει.. με το μαύρο στυλό.
Φαγητό στο ζυθεστιατόριο του Νουνανάκη. Πατάτες φούρνου.. γίγαντες.. και χοντρές φέτες ψωμί να παπαριάζουν στη σάλτσα. Εκείνο το παστίτσιο κάθε Σάββατο.. τι νοστιμιά με την χοντρή στρώση  της κρέμας.. που το θυμήθηκε τώρα και είχε μια πείνα!

Την περίμενε στη γωνία…
Είχε βάλει κρύο και το πουλόβερ πλεγμένο από τη μάνα του στένευε περισσότερο το σακάκι. Απριλιάτικο κρύο.. ξαφνικό..  
-Εχεις ώρα φίλε; Ρώτησε τον περαστικό.
-Εξη…
Σε λίγο έρχεται.. και το τρέμουλο άρχισε..
Η Ελσα , που ήταν η λαχτάρα και η φαντασίωση της γειτονιάς!
Τυχαία την είδε στο λεωφορείο του χαμογέλασε και έχασε τον κόσμο.. μια καλημέρα η αρχή της κουβέντας που όριζε εκείνη.. με την αυτοπεποίθηση της ομορφάδας της..
Μέχρι να φτάσουν στον ηλεκτρικό.. είχε πάρει την έγκριση της.. το μυστηριώδες μειδίαμα  φώτιζε την λευκή επιδερμίδα της τα γαλάζια μάτια και τα σκούρα μαλλιά ακουμπισμένα στους ώμους.. ήθελε να την αρπάξει να σβήσει το κόκκινο κραγιόν  με τα φιλιά του..
Την Κυριακή το απόγευμα στη γωνία!
Ανέβαινε στη συγκέντρωση… 114.. το σύνθημα είχε βρεθεί.. ο αγώνας για το 15/%...για την παιδία.. Το Μάρτη ήταν στη μεγάλη διαδήλωση.. Του φάνηκε πως στο πλήθος είχε δει τον Δ. Τι δουλειά είχε εκεί ο μανάβης; Ισως να λάθεψε..
Η μορφή της Ελσας τον έκαιγε στο κάθισμα του τρένου, άναψε τσιγάρο από τα μετρημένα και ως να φτάσει στο Ν. Φάληρο το έσβησε στο τασάκι το κολλημένο κάτω από την ..διαταγή «απαγορεύεται το πτύειν». Είχε ιδρώσει.. έβγαλε το μαντήλι με την καφέ ρίγα να σκουπίσει το μέτωπο..
 Τι θα της έλεγε;
Προβάριζε πώς θα ξεκινούσε την κουβέντα …
Τα πλακάκια στο χρώμα της ώχρας.. τον έβγαλαν από τους συλλογισμούς. ΟΜΟΝΟΙΑ έγραφε η ταμπέλα. Κατέβηκε. Ανέβηκε τις κυλιόμενες σκάλες και είδε το σιντριβάνι. Σαν για πρώτη φορά να το κοιτούσε.. να χορεύουν οι πίδακες του νερού στο ρυθμό του έρωτα! Πήρε το δρόμο για την μάζωξη. Μέσα στο πλήθος, στις φωνές, ερχόταν η μορφή της να του δώσει σπρωξιά.  
Το χέρι ψηλά σε γροθιά να φωνάζει τα συνθήματα και ούτε που κατάλαβε το γαζί που ξήλωνε το μανίκι στην ένωση του…
Η Ελσα .. το πλήθος.. οι φωνές.. το άδειο πακέτο..

Την περίμενε στην γωνία…
Ένα σκούντημα στον ώμο…
-Πέρασε από το Γ’ σε θέλουν..
Δεν λάθεψα, σκέφτηκε ο κερατάς ο μανάβης που είχαν την ίδια ηλικία ήταν!
Γ’ Αστυνομικό τμήμα Αγίας Σοφίας Πειραιά.
Το μπράτσο που του κρατούσε.. η Ελσα που φάνηκε… η απελπισία.. ο κατακερματισμός του αύριο… η μάνα που θα έκλαιγε.. το άγνωστο.. η διαδήλωση..
το μονό τσιγάρο...
-Μια στιγμή να μιλήσω στην κοπελιά!
-Καλά!
Τι να της εξηγήσει;
Λόγια μπερδεμένα.. τραυλίζοντας, με το χέρι να ανακατεύει τα μαλλιά του τι να πει;
Συγνώμες.. αλήθειες.. ψέματα.. και αυτή η σκάλα που θα τον  οδηγούσε στον πρώτο όροφο…
Η Ελσα δεν κατάλαβε..
Μόνο το χέρι της κράτησε.. και άκουσε το μανίκι να σκίζεται πάλι από την αδύναμη κλωστή που είχε ράψει με αδέξιο τρόπο…
Το μασουράκι με την αδύναμη κλωστή.. η βελόνα που δεν ήξερε να χειριστεί..
Το αβέβαιο αύριο που έλπιζε..  ν’αλλάξει…
Οι γωνίες της αναμονής που θα περιμένει….


Από το «τετράδιο» για όσους είναι σε αναμονή!


Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Και όταν ψάχνω μες του χρόνου τη ρυτίδα...

33 γνώμες




Είναι η μέρα που σβήναμε κεράκια σε μια τούρτα…
μετρούσαμε.. δέκα ..είκοσι..πενήντα.. 
..που τώρα δεν θέλεις.. 
σου φαντάζει αστείο.. 
ευχαριστώ θα σου πω για..
τα δώρα σου..
..ψυχής… αλήθειας.. μοιράσματος.. φωνών.. παροτρύνσεων.. 
όλα δοκιμασμένα σε χαρές και λύπες..
Πάνω από τις κούνιες των παιδιών μας.. 
τις αγωνίες του χθες.. που έγιναν σήμερα..
που είδαμε μαζί το μεγάλωμα τους.. 
τα χέρια ανοιχτά έτοιμα να σφίξεις τις λύπες μέχρι να λιώσουν.. 
τις χαρές να κάνεις διπλές..

Στον όρκο που δώσαμε για το ΠΑΝΤΑ και ακόμα είναι εδώ.. πενήντα χρόνια..
Θυμάσαι;
Κράτα γερά!  


Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Το κουτάλι Του...

79 γνώμες

Ηταν ότι είχε από αυτόν…
Δεν είχε άλλο να της δώσει..  
Πέντε φορές αντάμωσαν.. αυτός με τη στρατιωτική στολή φερμένος από τα «πέρατα» που έλεγε.. την Αμερική..
Που μιλούσαν άλλη γλώσσα .. αλλά η καρδιά τους ένωσε.. στο σταυροδρόμι των αναταράξεων.. Τότε μετά την κατοχή..
Πέντε φορές…Μόνο..
Σε κανένα δεν το μαρτυρούσε...

Το είχε μαζί της στη Γυάρο, στον Αη Στράτη.. ΠΑΝΤΑ..
Σκάλιζε και φύτευε γεράνια στο μπαλκόνι της αργότερα, σαν έβγαινε  έξω..
Και ξανάμπαινε…
Σ΄ ένα «διάλειμμα» με βάφτισε.. μου έδωσε το όνομα της.
Τυλιγμένο το έδωσε στη μάνα μου.. έτσι και έμεινε  από τη νύφη της..
Της κοινώνησε το μυστικό.. λίγο πριν πεθάνει στα τριάντα της..
Μόνο οι κόλες του τυλίγματος άλλαζαν..
Ενός έρωτα που είχε πέντε λεπτά διορία..
Ένα κόκκινο γεράνι και το κουτάλι, μάρτυρες μιας ασυμβίβαστης λαχτάρας..


Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Τίτσα (2)

48 γνώμες

Εξω από το σπίτι της Τίτσας το κόκκινο φωτάκι σβηστό. Η καφετιά πόρτα κλειστή.
Ξημέρωνε.. και η μπόχα από τον καπνό και το πατσουλί διάχυτη.. αποτυπώματα από
μεθυσμένες ανάσες..φανταρίλα..τσαλακωμένα σεντόνια.. αποτσίγαρα..
Σταύρωσε τα πόδια της με τη γυαλιστερή ρόμπα να σέρνεται στο πάτωμα. Ανοιξε το πλακέ πακέτο και έβαλε στα χείλη της το άφιλτρο.
Απέναντι η μικρή με πυρωμένα τα βλέφαρα από το κλάμα του χαμού του… Ξεκρέμαστη ένοιωθε, είχε στηριχτεί σε λάθος ώμο, μόνο που δεν το ήξερε. Ψευδαισθήσεις αγάπης.. που τις πλήρωνε με το ξεπούλημα της σάρκας.
Η Τίτσα έφτυσε τον καπνό που σκάλωνε στο στόμα, με τα δάχτυλα.. τον έδιωξε..
-Μη με κοιτάς σα χαμένο. Ξεδιάλεξε τι θέλεις από την ζωή σου και προχώρα. Την κατρακύλα θέλεις; Μένεις! Τον έξω κόσμο και το φως;.. την κάνεις και δρόμο.
- Φοβάμαι!
-Και εδώ έχεις ασφάλεια; Που; Με καμαρώνεις; Ρίξε μου ένα φάσκελο και μετά τα λέμε..
Η μικρή έκλαιγε και τα χέρια έτρεμαν μελανιασμένα...μια σταλιά κορμί προσπαθούσε να σταθεί όρθιο .Απαρηγόρητη από το χαμό του, φοβισμένη για ν’ανοίξει πόρτα στη ζωή, αγκαλιά με την κατρακύλα, χωμένη στον φόβο του νόμου.. θωρώντας την πόρτα του αναμορφωτηρίου.  
Η Τίτσα της άδραξε το μπράτσο, την ταρακούνησε..
-Δες εδώ! Εμένα κοίτα με σου λέω! Τι βλέπεις; Μια τσαμπουκαλού που παίζει με τους άντρες και έχει φράγκα; Μια κοκότα του κερατά είμαι. Και αυτό έμαθα να κάνω από παιδί τότε που η μάνα μου με έσερνε στα μπουλούκια γιατί πίστευε πως θα γίνει θεατρίνα.. αλλά ξάπλωσε σε λάθος κρεβάτια. Ο πατέρας μου ούτε ξέρω ποιος είναι ούτε που θέλω. Φορούσα τις στραβοπατημένες γόβες, τις φθαρμένες γούνες, τα πανηγυριώτικα στολίδια και έλεγα τα λόγια που είχα μάθει. Στα δέκα μου, το πήρε απόφαση η μάνα μου πως καριέρα δεν θα κάνει. Ηρθαμε στις Κουκουβάουνες στο σπίτι της αδελφής της. Εκεί μ’ακούμπησε και βγήκε στην πίστα του μπορντέλου.
Η Τασάρα με τ’όνομα!  Το έμαθα στα δεκατέσσερα, όταν ο λιμοκοντόρος της με πήγε να την δω στο σπίτι για να την εκδικηθεί, που τον είχε παρατήσει! Αυτή τη τέχνη έμαθα!
Γέλασε ανάβοντας δεύτερο τσιγάρο.. Εφερνε σβούρα το φλυτζάνι με το κατακάθι του καφέ. Σήκωσε πίσω τα μαλλιά που έπεφταν στα μάτια της..
-Ο Σαλονικιός ήταν αυτός που αγάπησα.. τα παιδιά δικά του είναι. Δεν τα είδε ποτέ!
Κατάλαβες κοριτσάκι ποιος ήταν; Αυτός που με έμαθε να μισώ τα αρσενικά. Βιάσου γιατί δεν έχουμε καιρό. Ο διοικητής ξέρει πως μένεις εδώ. Αν γουστάρεις τράβα σπίτι μου να βοηθάς τη μάνα μου και βλέπουμε. Ανέβα τώρα στο «κρυφό» δωμάτιο σκέψου, ρίξε τις ζαριές σου και κρίνε.
Μέχρι το βράδυ η μικρή δεν είχε φανεί.
Ανέβηκε την σιδερένια, στριφτή σκάλα και άνοιξε την πόρτα. Η βαλίτσα της έλλειπε..
-Κακή ζαριά έφερες κοριτσάκι!
Δυο τετράγωνα πιο πέρα είχε ακουμπήσει τη βαλίτσα στο σπίτι της Στάσας…
  
 Από το "τετράδιο".

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Αναμονή.....

39 γνώμες
Τα κιάλια που αγνάντευαν ακτές.. Ησυχες και μπουρινιασμένες θάλασσες..
..συναντήθηκαν με ακτές.. με όνειρα.. ανάκατα.. φοβισμένα..ελπιδοφόρα..
Με πείσμα γυρισμένα σε ένα αύριο που αξίζουμε..
Σ'αυτά που περιμένεις να έρθουν...
Η φλόγα μικρή αλλά η ζωή μου έμαθε να περιμένω..
Πολλές φορές τρεμόπαιζε, μίκραινε.. άλλοτε δυνάμωνε... 
Θα δυναμώσει πάλι! Μη κουραστείς, αντέχεις!


Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Κατατονία...

85 γνώμες

Να σας πω τον πόνο μου;
Επιτρέπεται;
Σέρνεται βαρεμάρα ή μου έτυχε; Γραφείο –κρεβάτι σταθερά!
Και συγχρόνως θυμώνω! Δεν με αντέχω σας λέω! Και δεν θέλω να σας λέω τις βλακείες  μου.
Είναι κουραστικό, μέσα στις έγνοιες σας να διαβάζεται και τα δικά μου!
Κατάλαβα το δύσκολο, όταν δεν είχα κουράγιο να καθίσω στον υπολογιστή. Είμαι σοβαρά;

Τα συμπτώματα άρχισαν μετά από έναν απίστευτο θυμό!
Μια μανταμίτσα, από αυτές που φέρουν τον τίτλο της «προϊσταμένης», της ατσαλάκωτης ψηλομύτας, από αυτές που ασκούν την εξουσία του τίποτα, τράβηξε τα χαλί κάτω από τα πόδια της Ε.. μου.
Αυτές οι κόμπρες που καταπίνουν όποια νοιώθουν πως τις απειλεί.. χωρίς λόγο ιδιαίτερο, απλά γιατί κάνουν την δουλειά τους και έχουν δυο- τρία προσόντα περισσότερα από την πάρτη τους!
Πόσο γυμνοσάλιαγκας μπορείς να γίνεις, γλύφοντας τα κατουρημένα;
Πόση δύναμη σου δίνει η συγγενική σχέση με το αφεντικό;
Πόσο ισχυρή νοιώθεις;
Αν είσαι πραγματικός «μάγκας», παραδέχεσαι την αξία του άλλου, κομπλεξικό μου πλάσμα!
Για αυτή την απόλυση θύμωσα! Έβρισα! Ανέβασα πίεση και μετά …έπεσα…

Τώρα θα μου πεις ακόμα ρομαντικά θέλεις να βλέπεις τα πράγματα;
Όχι.
Δεν έχεις δει αδικίες;
Πολλές.
Αλλά κάθε φορά είναι το ίδιο, δεν μπορώ να το καταπιώ!

Σάββατο, 12 Φεβρουαρίου 2011

Ο αθάνατος.

37 γνώμες


Εξω από την αυλή στο νησί ένα μικρό χωράφι ξεκινούσε από τα σκαλοπάτια ως πέρα στη χτιστή πεζούλα με τις χωμάτινες πέτρες στοιχισμένες να δηλώνουν τα όρια.
Ηταν το «δικό» μου βασίλειο.
Ένα άσκεπο δωμάτιο παραδίπλα είχε σύρματα που έκλειναν τα κουνέλια χώρια από τους γάλλους. 
Απ’έξω το πηγάδι, μια βερικοκιά και η μυγδαλιά. Μια κατσίκα δεμένη στο πάσαλο και οι κότες που γυρόφερναν. 
Δυο αθάνατοι ριζωμένοι από πάντα. 
Είχα στήσει ένα θρόνο στο κλαδί της αμυγδαλιάς, διαχωρίζοντας τι μου άρεσε και τι όχι.
Τα κουνέλια τα λάτρευα τους έδινα όνομα, τα τάιζα.. τις γαλοπούλες τις φοβέριζα με ξερά χόρτα να τις τρομάξω, να δω τον πανικό τους.
Και με τα γατιά το ίδιο έκανα. Χάιδευα όσα μου τρίβονταν στα πόδια.
Μεγάλο μίσος είχα για τον αθάνατο. 
Μια γειτόνισσα μου είχε πει πως τα βράδια έτρωγε τα κακά παιδιά… Είχα βρει ένα ματσούκι και τον χτυπούσα αλύπητα να λυγίσει τα κλαδιά του. Κάποτε σχίστηκε και είδα τις χοντρές κλωστές να χάσκουν.. τρόμαξα...
Τρέχω στην αγκαλιά της γιαγιάς με γοερά κλάματα.  
Μου σκούπισε τα μάτια με την ντρίλινη ποδιά της και κρατώντας μου σφιχτά τη χούφτα με οδήγησε πρώτα στο πλίθινο δωμάτιο.
-Ελα πουλάκι μου και πες μου γιατί φοβερίζεις τα γαλλιά.
-Είναι άσχημα και δεν κάνουν αυγά σαν τις κότες! Της απάντησα.
-Και τα κουνέλια κάνουν σκατό! Γιατί τ’ αγαπάς;
Σήκωσα τους ώμους μη ξέροντας τι να απαντήσω.
Όλα τα ζωντανά, όμορφα, άσχημα τα αγαπούμε κόρη μου.Και άνθρωποι άσχημοι και όμορφοι δεν υπάρχουν, ο καθένας έχει δικαίωμα να ζήσει όπως και εσύ. Ολα έχουν δικαίωμα και λόγο.
-Και ο αθάνατος; Είναι σκληρός και κακός.
-Αυτό θα τον πολεμάς και θα αγωνίζεσαι, αν θα τα καταφέρεις δεν ξέρω αλλά από μόνη σου δύσκολο είναι..πολλοί μαζί θα τον νικήσουν. Αν μαζευτεί όλη η γειτονιά θα τον νικήσουμε. Θυμού αυτό που σου λέγω…Υπάρχουν και αυτοί που χρέος έχουμε ν'αντισταθούμε..

Ακόμα πολεμώ έστω και ανήμπορη τους «αθάνατους»….

Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

Διηγήσεις της Τίτσας.

48 γνώμες

Αστυνομικό τμήμα Κολωνακίου. Ωρα τρεις ξημέρωμα. 
Ανέβαινε τη σκάλα με το λικνιστικό βάδισμα, σαν να ήταν έτοιμη να βγει στη σκηνή. Ο διάδρομος γνώριμος δεν χρειάστηκε τον αστυφύλακα να της δείξει τα λημέρια.. φτάνοντας στο γραφείο του διοικητή, έστριψε δεξιά ακουμπώντας το  χέρι της στη γαλάζια κάσα της πόρτας.
-Καλώς την!  Κάθισε.
Εσπρωξε την καρέκλα δίπλα στο γραφείο του νωχελικά. Η κόκκινη φούστα ανέβηκε αποκαλύπτοντας τα πόδια της και το ση-θρού, μαύρο κολλητό μπλουζάκι ίσα που συγκρατούσε τα στήθη της. Της πρόσφερε τσιγάρο.. ασσο άφιλτρο. Τον κοιτούσε βαθειά στα μάτια δίχως τρόμο.. το ήξερε.. την είχε καψουρευτεί.
-Λοιπόν Τίτσα θα μας πεις σήμερα για τον Σαλονικιό; Ανεβοκατέβαινε η ματιά στο μπούστο της σαραντάρας, στα μάτια της στα χυτά μαύρα μαλλιά.
-Σαν τι να έχω να πω; Τράβα ρώτα τον!
-Μη μου κάνεις την ξύπνια εμένα! Εφερε μια πιτσιρίκα από πάνω, γύρω στα δεκαεπτά. Λέγε!
-Στο δικό μας σπίτι δεν αριβάρισε καμιά. Ψάξε αλλού.
-Ασε τις μαγκιές και ξέρνα. Ένα ντου και  στο κλείνω το μαγαζάκι.
-Ένα ντου και θα μάθει η γυναίκα σου τις ιδιαίτερες προτιμήσεις με τη Μάριον!
Με το χέρι της έκανε νόημα να φύγει.
Γνώριζε τη διπλή ζωή της. Την οικογένεια και το μπορντέλο.
Τα δίδυμα αγόρια  μεγάλωναν με τη μάνα, σπορά του Γ. γνωστού επιχειρηματία νυχτερινών κέντρων …
Αυτή η γυναίκα είχε χαράξει στα κύτταρα του αγκαθωτή γραμμή. Δεν το παραδέχτηκε ποτέ. Ηταν ο εγωισμός της στολής.. η απόσταση που τον χώριζε από τα καλογυαλισμένα γαλόνια ως τη γραμμή του κόρφου της. Αλλος ένας προστάτης..
…………………………………………………………………………………………………………..
Την επόμενη μέρα, ανέβηκε με τη ρόμπα στο πάνω δώμα να πιει τον καφέ της. Τον είχε έτοιμο η μικρή.
-Δεν φάνηκε δυο μέρες, της παραπονέθηκε.
-Στη λέσχη τον πήρε το μάτι μου, τώρα θα ψωφάει!
Την έφερε πριν τρεις μήνες από πάνω. Τα γνωστά παραμύθια της απάτης.. και την παρέδωσε στην Τίτσα. Ιδιο σενάριο. Μόνο που αυτό ήταν ανήλικο και έπρεπε να κρύβεται. Για τους «εκλεκτούς» πελάτες. Εδώ η Τίτσα έχανε την μαγκιά της. 
Ο Σαλονικιός ήταν ο διάολος της πιάτσας.
Κουμαντάριζε τρία σπίτια για πάρτη  του.
Βούλωνε στόματα με τον παρά και τον σουγιά. Το πάθος του ο τζόγος…
Της άφησε η μικρή δίπλα στο τασάκι με τ’αποτσίγαρα, ένα κουτάκι κοκάλινο μπεζ με λεπτή κορδέλα.
-Σήμερα είναι τα γενέθλια του, δες τι του αγόρασα.
Στήριξε το τσιγάρο στα χείλια της και αργά ξετύλιξε την κορδέλα. Ένα χρυσό δαχτυλίδι με κόκκινη σαν το αίμα της μικρής πέτρα για το μικρό δάχτυλο.
-Που να΄ναι το τελευταίο του.. ψιθύρισε και σάλευε το τσιγάρο στην κατάρα της.
………………………………………………………………………………………………………..
Λίγο πριν φύγει για τη λέσχη, του το έδωσε και αυτός ανταπέδωσε το δώρο, με τον Μιχάλη το Λαρισαίο, να πλακώσει την ψυχή της…
………………………………………………………………………………………………………………
  
Ξημερώματα και ακούστηκαν πυροβολισμοί....
Εννιά το πρωί και ακόμα έδινε κατάθεση για το «χάλασμα» του Σαλονικιού.
Ο διοικητής φρέσκος και ατσαλάκωτος μπήκε μέσα κλείνοντας το μάτι στην Τίτσα….

Απόσπασμα από το "τετράδιο".

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Επιτέλους!

78 γνώμες


Σκηνές μιας πεζής καθημερινότητας.
Τα μάζεψα τα πράγματα, που λέει και το τραγούδι, για να μείνω λίγες μέρες με την Νότα.
Αφορμή ένας βήχας! Ναι, καλέ εμείς τα λίγα τα κάνουμε πολύ! Αντε δυο τετράγωνα δρόμος αλλά ο «λοχαγός» πού να μ’αφήσει! Λίγος πυρετός και τα τηλέφωνα πήραν φωτιά!
-Τρεχάτε, γιατί την..χάνουμε…
Ήρθαν οι.. ειδικές δυνάμεις με ακροάστηκαν και να τα σιρόπια, να η αντιβίωση και τα λοιπά μαντζούνια! Ανά μισή ώρα το θερμόμετρο!
-Ηθελα να ήξερα που την άρπαξες! Κοινότυπη ερώτηση του λοχαγού.
Την Τρίτη μέρα έσφιξαν τα ζόρια και με τσουβάλιασαν προς τα γνώριμα νοσοκομειακά λημέρια.
Η επιστημονική κοινότητα απεφάνθη:
Ιος Η1Ν1!
-Που τον άρπαξες; Ερώτηση με αλλαγή άρθρου! Σαν να δίνω ραντεβού με τα μικρόβια και το κρατάω μυστικό.
Να αναδεύει το νεράκι στο μπουκάλι με το οξυγόνο και ο καημός μου που δεν μπορούσα ούτε να διαβάσω.  Για το λαπ- τοπ ούτε λόγος!
Τέλος καλό!
Σπίτι μου σπιτάκι μου!

Και εδώ στη γειτονιά που αγαπώ και είναι η δική σας!
Σας ευχαριστώ γα ΌΛΑ!!





Το τραγούδι αφιερωμένο σε όλους σας!
Για τη δική μας γειτονιά!!